Αν επισκοπήσουμε τη μισή χιλιετηρίδα που κύλησε από τον Όμηρο ως τον μέγα Αλέξανδρο, δε θα βρούμε πουθενά αλλού στην ιστορία μια τόσο συνεπή απόρριψη της γυναίκας όσο στους πατέρες του «πολιτισμού» μας.
«Δεν υπάρχει στη γη πιο απαίσιο, πιο ξεδιάντροπο πλάσμα από τη γυναίκα», λέει ο Όμηρος. Όταν ο κυνικός Διογένης είδε μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά, αναφώνησε: «Μακάρι να είχαν όλα τα δένδρα τέτοιους καρπούς!» Ο Ησίοδος λέει ότι τα κυριότερα δώρα που έκανε η Αφροδίτη στη γυναίκα είναι η φλυαρία, το μοχθηρό γέλιο της και οι πονηριές της. Και σε ένα άλλο σημείο: «Ποτέ μην αφήσεις να σε ξεμυαλίσει η γυναίκα η κουνοκώλα, ούτε οι κολακείες της, που με αυτές να σε τυλίξει θέλει!» Στο σημαντικότερο έργο του Ησίοδου, τη Θεογονία, η αφήγηση για το πλάσιμο της γυναίκας καταλαμβάνει μεγάλη έκταση (στίχοι 570 ως 612). Αφού ο Ησίοδος υπαινιχτεί ότι αυτή έφερε στον κόσμο όλα τα κακά, η ιστορία για τη γέννηση της Πανδώρας του δίνει μπολικες ευκαιρίες να «θεμελιώσει» την πεποίθηση πως οι έννοιες «γυναίκα» και «κακό» ταυτίζονται. Χαρακτηριστικά στον στίχο 591 και αφού έχει χρίσει την Πανδώρα γενάρχισα όλων των γυναικών αναφέρει: «κι έτσι ήρθε στον κόσμο το συφοριασμένο γένος των γυναικών, μεγάλη γρουσουζιά για τους άνδρες». Σύμφωνα με τον Πλάτων, στην αρχή όλες οι ψυχές φώλιαζαν σε ανδρικά κορμιά. Ο Θουκιδίδης μας λέει ότι: «αν τη γυναίκα την δημιούργησε θεός, ξέρει αυτός, όπου και αν βρίσκεται, ότι είναι ο πρόξενος της μεγαλύτερης συμφοράς». Ο Μένανδρος, εκπρόσωπος της παρακμής του αρχαιοελληνικού δράματος γράφει σε ένα έργο του: «Φύτρο κακό είν' η γυναίκα στη ζωή, αλλά σαν αναγκαίο κακό την αγοράζουμε!» και σε ένα άλλο σημείο: «Κανείς δε βρήκε αντίδοτο να μας φυλάει απ' τις κακές γυναίκες: τέτοιο βάσανο είναι οι γυναίκες!» Ο βραβευμένος Ευριπίδης γράφει: «Πάντα οι γυναίκες στέκουν εμπόδιο στην ευτυχία των ανδρών, πάντα ζημιά τους κάνουν» και κάπου αλλού βάζει μια γυναίκα να λέει για το ίδιο της το φύλο: «Εμείς οι γυναίκες δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι ανώτερο αλλά το κακό με πονηριά περίσση και εύκολα το κάνουμε». Ο Αντιφάνης λέει και αυτός ανάλογα πράγματα: «μονο σε ένα εμπιστεύομαι τη γυναίκα: πως σαν πεθάνει δε θα ξαναζήσει. Σε τίποτα άλλο δεν της έχω εμπιστοσύνη, ώσπου να πεθάνει». Ο ποιητής Καρκίνος από τη Ναύπακτο κάνει την εξής επίκληση: «Ω Δία, τι χρειάζονται άλλες βρισιές για τις γυναίκες; Πέρα για πέρα είν' αρκετή η ίδια η λέξη «γυναίκα».
Ο Theodor Hopfner λέει στο έργο του "Η σεξουαλική ζωή των Ελλήνων και των Ρωμαίων": «Γενικά λοιπόν η γυναίκα εμφανιζόταν κατώτερη, τόσο από σωματική όσο και από ψυχική και ηθική άποψη, πράγμα που οδηγούσε στον εκτοπισμό της από τη δημόσια ζωή, ακόμα μάλιστα και από την πνευματική και κοινωνική ζωή. Και αναρωτιέται: «γιατί άραγε ο έλληνας παραγκώνιζε τη γυναίκα; Όχι επειδή ήταν πραγματικά κατώτερη ούτε επειδή τη θεωρούσε κατώτερη, παρα ακριβώς για το αντίθετο: Επειδή φοβόταν την ανωτερώτητα της και επειδή οι αιώνες καταπίεσης, στους οποίους την είχε καταδικάσει, δεν ήταν δυνατόν παρά να εντείνουν τις ενοχές του και το φόβο του για την ΕΚΔΙΚΗΣΗ της.
(συνεχίζεται)
Ernest Borneman, Η Πατριαρχία (Η προέλευση και το μέλλον
του κοινωνικού μας συστήματος),
μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, α’ ανατύπωση, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2001
μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, α’ ανατύπωση, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2001

Comments
Post a Comment